Συχνά, στον αθλητισμό και ιδιαίτερα στο ποδόσφαιρο, υπάρχουν ιστορίες τόσο ξεχωριστές και απρόσμενες, που σε αναγκάζουν να τις «βαφτίσεις» παραμυθένιες. Ιστορίες που, όταν τις κοιτάς από μακριά, φαίνονται πραγματικά ουτοπικές, βγαλμένες από κάποια ταινία επιστημονικής φαντασίας, εκεί όπου δεν υπάρχουν περιορισμοί ή ανεκπλήρωτα όνειρα.
Κάπως έτσι θα σου περιέγραφε κάθε ποδοσφαιρόφιλος το θαύμα της Λέστερ το 2016, όταν η ομάδα του -αποτυχημένου ως ομοσπονδιακού τεχνικού της Εθνικής Ελλάδας- Κλαούντιο Ρανιέρι έκανε το απίθανο, κατακτώντας την Premier League. Μια δεκαετία αργότερα, οι «Αλεπούδες» όχι μόνο δεν βρίσκονται στην κορυφαία κατηγορία της Αγγλίας, έχουν υποβιβαστεί πλέον και μαθηματικά στην 3η κατηγορία.
Πως όμως κατάφερε η Λέστερ από case study να γίνει αρνητικό παράδειγμα, διαλύοντας πρακτικά μέσα σε λίγα χρόνια ένα από τα ωραιότερα ποδοσφαιρικά παραμύθια του παγκόσμιου αθλητισμού;
Η μέρα που άλλαξαν όλα
To 2018, ένα αδιανόητο δυστύχημα θα άλλαζε ολόκληρη την ιστορία του συλλόγου. Ο Ταϊλανδός ιδιοκτήτης της ομάδας, Βιχάι Σριβανταναπράμπα, έχασε την ζωή του μετά από πτώση του ελικοπτέρου του, το οποίο συνετρίβη στο πάρκινγκ του γηπέδου της ομάδας μετά από αγώνα κόντρα στην Γουέστ Χαμ.
Για πολλούς, ο Βιχάι ήταν ο ισορροπιστής του συλλόγου και βασικός λόγος της τεράστιας επιτυχίας των «Αλεπούδων», καθώς ήταν αυτός που έτρεχε με απόλυτη επιτυχία κάθε πτυχή αυτού του πρότζεκτ. Όπως αποδείχτηκε μερικά χρόνια αργότερα, ο γιός του που συνέχισε το έργο του, δεν κατάφερε ποτέ να βρει τον τρόπο να χειριστεί το ίδιο αποτελεσματικά την διαχείριση ενός ποδοσφαιρικού πρότζεκτ.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως μόλις μερικές εβδομάδες πριν, οι φίλοι της ομάδας διαμαρτυρήθηκαν κατά της διοίκησης για τα λάθη του, τα οποία έφεραν μέχρι και αφαίρεση 6 βαθμών από την ομάδα τον Φεβρουάριο.
Έχασε την ταυτότητα της
Κάπου μέσα στη διαδικασία της ραγδαίας ανάπτυξης, η Λέστερ έχασε τον προσανατολισμό της. Από κλαμπ που αγόραζε φθηνά για να πουλήσει μετέπειτα ακριβά, άρχισε να ρίχνει στην αγορά σημαντικά ποσά, για παίκτες που σε μεγάλο ποσοστό δεν πρόσφεραν ούτε τα μισά από τα αναμενόμενα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας κίνησης είναι ο Πάτσον Ντάκα, ένας επιθετικός που κόστισε στις «αλεπούδες» 30 εκατομμύρια ευρώ τη σεζόν 2021/22, με την προσφορά του (όντας ακόμη στον σύλλογο) να μην δικαιολογεί ούτε καθ' ελάχιστο τα χρήματα που δαπανήθηκαν.
Σημαντικό ρόλο στην πτώση της ομάδας έπαιξε και η μη αντικατάσταση παικτών-βαρομέτρων των προηγούμενων χρόνων, όταν ο κύκλος τους έκλεισε. Ο Σμάιχελ, ο Βάρντι, ο Φοφανά (που πωλήθηκε με 80 εκατ. ευρώ στην Τσέλσι) και αρκετοί ακόμα σημαντικοί πυλώνες της ομάδας δεν αντικαταστάθηκαν επαρκώς, παρότι ο σύλλογος γνώριζε πως τελεσίδικα η πορεία τους κάποια στιγμή θα έφτανε στο τέλος της.
Έζησε σαν μεγάλη ομάδα χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες
Πρακτικά, η Λέστερ ξεπέρασε τα όρια της και άρχισε να «ζει» με τις ανέσεις και τις παροχές μιας μεγάλης ομάδας, χωρίς να υπολογίσει τον χρόνο που θα... άντεχε να το υποστηρίξει αυτό. Πλέον, θα αγωνίζεται στην 3η κατηγορία, διαθέτοντας ένα ασύλληπτο προπονητικό κέντρο αξίας άνω των 100 εκατομμυρίων, με συμβόλαια... Premier League σε παίκτες που ουδέποτε δεν δικαιολόγησαν τους παχυλούς μισθούς τους.
Φτάνοντας στο σήμερα, αν κάτι ισχύει ακόμα για την ομάδα που συντέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά θαύματα του παγκοσμίου αθλητισμού είναι πως παραμένει ένα case study. Η διαφορά είναι ότι πλέον, η Λέστερ θα πρέπει να αποτελεί παράδειγμα του πως να μην διαχειριστείς την επιτυχία ή μια υπέρβαση, γιατί η απόλυτη επιτυχία από την παταγώδη αποτυχία απέχουν μονάχα μια δεκαετία.
Και αυτή, είναι η σκληρή -μα άκρως διδακτική και ρεαλιστική- πραγματικότητα του επαγγελματικού αθλητισμού: Η Λέστερ κάποτε απέδειξε ότι όλα είναι δυνατά. Σήμερα, αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο.